Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Το έαρ των λόγων







από τις εκδόσεις University Studio Press,
η νέα ποιητική συλλογή μου.

Το έαρ των λόγων.



.

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Per sempre αμορόζα

Στη βουλιμία του ενέδωσε
χρόνους πολλούς
απαγωγέας ψυχών τε και σωμάτων
της κλινοπάλης γεύτηκε
το άγουρο το ήμερο και το τραχύ

Ακόνιζε συχνά το σπέρμα του
σφοδρός της ύλης εραστής
της ηδονής έτη πολλά
υπηρέτης
όταν ξυπνά στην ανήλιαγή του μέρα
της καρδιάς του ποθεί
η σιγή να σπάσει και να δωθεί
σε σένα αμορόζα ηδονή

Εκείνη άτεγκτη
δεν πυρπολεί τα σύνορά του
τρέπεται σε άτακτη φυγή
μπρος στη φθορά του σώματός του

Και μένει μόνος ακόρεστος αιμοδιψής
της ηδονής έτη πολλά υπηρέτης
να καρτερεί να νοσταλγεί
εσένα αμορόζα ηδονή
per sempre.


.

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Να τεντωθεί αργά η μέρα

Να τεντωθεί αργά η μέρα
όπως τεντώνεται το σώμα
στο αργό του ξύπνημα
από την έκσταση του έρωτά του
γόνιμο και βαθύ
θείο
αθάνατο
πνευματικό
πλημμυρισμένο από αισθήματα
της γης και τ ουρανού
το σώμα μου

Σε έκσταση το λυκαυγές με οδηγεί
σιωπή απλώνεται μέσα στη σιωπή
παράφορα οπλισμένη
με τόση υπερκόσμια χαρά
που διαρκεί όσο μια μέρα
δεν θέλω να νυχτώσει

Παρασκευή, 28 Μαΐου 2010

ΟΚΤΑΒΕΣ

Βρίθει το σώμα μου από άδειες λέξεις
στριμώχνονται αμήχανα
σε στενωπούς και σε περάσματα ενδοφλέβια
φλυαρούν στοιχειοθετούν ιδέες και φωνήματα
διχογνωμούν άλληλοσπαράζονται φονεύουν
νοήματα αισθήματα αξιώσεις
έτσι ανακάλυψα τον πόνο
κι όταν βαθιά και παρατεταμένη εισπνοή
γεμίζει τους πνεύμονές μου
αυτές μετακινούνται πανικόβλητες
στο κοίλο του στόματος
και με αδημονία περιμένουν να σκορπιστούν
στο θείο φώνημα της εκπνοής

Σκοτείνιασε με μιάς στο όνειρό μου
κι οι λέξεις ψάχνουν στο αδειανό σκοτάδι
τυχαία αγγίζονται οι σάρκες τους
τα στόματά τους αγγίζουν άλλα στόματα
την πάλλουσα υγρότητα
το ύδωρ των αδένων
ξεδιψούν
τα δάκτυλά τους ψηλαφούν το χνούδι στο εφηβαίο
αθρόα αρχίζουν οι λέξεις να νιώθουν
το βύθιο του ενστίκτου όραμα
βυθίζονται στο της ευδαιμονίας αέναο βίωμα

Εδώ λαμβάνει χώρα μία έκρηξη
άλλες σκορπίζονται δια παντός
σε ανώνυμες σελίδες
όνομα και αριθμό αποκτούν ταυτότητα άλλες
άλλες θυσιάζονται στο βωμό του στόματος
σε άκαρπες βρώσεις και συνουσίες περιττές

Και εκείνες οι θάλλουσες
φωλιάζουν στην αιωνία κρύπτη της καρδιάς
εκπέμπουν φως θερμότητα βρίθουν νοήματα ακριβά
και περιμένουν τη στιγμή
που ως χείμαρρος θα εξέλθουν
στην εκφορά του κάλλους της καρδιάς
τότε το σώμα μου βρίθει από νόημα
στο βουητό της καρπερής οκτάβας της αγάπης.

Η τέταρτη εντολή

Θεία Ευτέρπη σε καλημερίζω και σου στέλνω ένα μεγάλο φιλί και μια αγκαλιά απέραντη να βρίσκεις καταφύγιο στην ερημιά σου. Μου λείπεις θεία μου μου λείπουν όλα τα καλοκαίρια τα δικά μας καλοκαίρια το αγνάντεμα απ το μπαλκόνι σου που στέκεται ίσια πάνω απ το μικρό λιμανάκι που τραβάμε τη βάρκα μας την Καλλίστη, πως να ξεχάσω θεία μου τη μυρουδιά απ τη στεγνή φτέρη που έστρωνες στην κρεβατίνα στα κλαδιά του μεγάλου δέντρου προστάτη του σπιτιού σου, να, βλέπω ακόμη το καραγάτσι, πνεύμα και ψυχή της αυλής σου θεία Ευτέρπη όλα τα βράδυα προσεύχομαι στο εικονοστάσι της Παναγίας μας της Μεγαλόκαρδης και σφραγίζω το πάτερ υμών με το δικό σου όνομα και εύχομαι να σε προστατεύει να σε φυλάγει από τις στραβοτιμονιές της ζωής γιατί θεία μου εσύ είσαι μια Αγία, πως να λησμονήσω το καράβι με τα ξάρτια του και τα πανιά του στον ούριο άνεμο απο την κόκκινη κολοκύθα που μου πρόσφερες δώρο, κάθισα εκείνο το αφέγγαρο βράδυ στο τιμόνι ταξιδεύαμε μαζί ολομόναχοι με τον καιρό πρίμα, κάθε κύμα που χτυπούσε το καράβι μας ένα σου χάδι παρηγοριά στη μοναξιά μου και όταν ανέβηκα το κατώφλι του καλυβιού σου προσκύνησα κι έριξα στα πόδια σου πρόσφορα καλούδια μετάξια και μπρούτζινα κυάλια να αφουγκράζεσαι τον γυρισμό μου να πλημμυρίζεις απο την προσμονή της συνάντησής μας μήνες πριν μπώ με ορμή και πάθος στο δικό σου λιμάνι, και τώρα που καταθέτω τις λίγες αυτές γραμμές έχω τη γεύση απο το νερατζάκι και το αγριοκέρασο στα χείλη δεν πίνω νερό για να μείνει για πάντα η γεύση του και μη στεναχωριέσαι πως τάχα θε μείνω λιανός από την αφαγία γιατί το άρωμα που με πλημμυρίζει μετουσιώνεται σε χαρά απερίγραπτη και ευδαιμονία για τα δικά μας ταξίδια θείτσα μου.
Τις άγριες τούτες μέρες στην γκρίζα και άδεια πόλη που την σκεπάζει δριμύ ψύχος με μαστιγώνει η μοναξιά αλλά η καρδιά μου φλογερή κρατάει τη σάρκα μου ζεστή και έτσι μπορώ να σε σκέφτομαι και όλες οι χειρονομίες σου έρχονται μια μια στο κρύο μου δωμάτιο το γλυκό κάστανο που ακουμπούσες στην άκρη της γλώσσας μου πριν έρθει ο θείος απ το περιβόλι και ένα δεύτερο για να θρέψω και να γίνω άντρας στην αγκαλιά των κοριτσιών στη ξύλινη σκαφίδα μου έτριβες την πλάτη με δαφνόφυλλα να βγάλουν φτερά οι λύπες και να μείνη στη ψυχή η χαρά μου έσκαγες ένα φιλί πεταχτό στην κοιλιά μου πάνω στο πηγάδι μου το σφράγιζες καλά για τις άνυδρες μέρες του καλοκαιριού μην τύχει και διψάσω ένα φιλί πεταχτό που το περίμενα όλες τις νύχτες στριφογύριζα στην κρεβατίνα άυπνος με τη φτέρη να κλείνει τα ρουθούνια μου, έπειτα ερχόσουν όραμα στα ονείρατά μου και μου χάριζες μια ελίτσα στον κύκνειο λαιμό σου που όταν την φιλούσα ένιωθα μια συναρπαστική διέγερση και το μόριό μου έκαιγε μια φωτιά άναψε σ όλο μου το είναι και μια μέρα που έλειπε ο θείος στο περιβόλι άρπαξα το όπλο μου και πυροβόλησα με κατακλύζουν ακόμη τα αιθήματα τούτα τα παράξενα.
Τώρα που σου γράφω δριμύ ψύχος απλώνεται στο γκρίζο μου δωμάτιο κάτι αναλαμπές στον ουρανό απο λευκό φως πάλλονται συνηθίζω σιγά σιγά την ξενιτιά κι έύχομαι εσείς εκεί κάτω να περνάτε καλά η ψυχή μας είναι ευδαιμονική αλλά γρήγορα έρχεται ο χάροντας και μας αρπάζει για νάχει και αυτός τροφή και ζεστασιά απ τη δική μας καρδιά θείτσα μου.
Την αγάπη μου την έδωσα όλη σε σένα .




Η προσευχή της θείας

Γονατίζω σε σένα πατέρα τ'ουρανού της γης των άστρων που ανασαίνεις μέσα απο το νεύρο κάθε τρεμώμενου φυλλου την βουή της θάλασας την πέτρα το χώμα και το νερό την χαρά και τον πόνο, τούτη τη στιγμή που προσεύχομαι σου ζητώ να φυλάγεις τον Τάσο μας εκεί που βρίσκεται το παιδί μας μας άφησε τόσο νέος αναπάντεχα καθώς ξεσπά η καταιγίδα, ένα μαύρο σύννεφο κάθισε πάνω στο στήθος μου, η μάνα μου λέγει πως τάχατες είν η σκιά αλλά εγώ δεν έβλαψα κανένα,εσένα σκέφτομαι όταν συναντώ τον άρρωστο και τον φτωχό γιατί ο καθένας έχει βαθιά στη καρδιά του ένα κομμάτι σου, να το φροντίζεις το παιδάκι μου.
Όταν ο άντρας μου τόσκασε ένα βράδυ με εκείνη την τσούλα και μου άδειασε το σεντούκι με τις οικονομίες μου τον Τάσο μου είχα παρηγοριά κι έκανα όνειρα για το άντρωμά του,έφυγε ο άντρας μου και άφησε πίσω την καταστροφή χρέη σωρό και το κρεβάτι μου κρύο και στέρφο, τα νερά τρυπήσανε τη στέγη, μονάχα την προσευχή μου είχα κι ένα κομποσκοίνι να μετράω τις ευχές μου και να παρηγοριέμαι ολομόναχη στον δικό μου χειμώνα τώρα που στέγνωσαν οι κολοκύθες θα κάνω ένα ολόκληρο στόλο από καράβια να ταξιδέψει στα σίγουρα το παιδάκι μας και να χαρεί, γιατί αφότου μας εγκατέλειψε ο άχρηστος ο Τάσος μου πήρε το ντουφέκι μα τούτη τη φορά το βόλι δεν έλεγε να πιάσει εμένα, σήκωσε το ντουφέκι και του την άναψε του άχρηστου στο δόξα πατρί, τον άφησε στον τόπο και πήρε την εκδίκηση που μας εγκατέλειψε άσπλαχνα μέσα στη συμφορά, σαν άντρα τονε βλέπω στο όνειρό μου ήρθε άντρας σωστός με φίλησε πάνω στην ελιά μου εκεί που σμίγουν σα δρόμοι τα νεύρα μ αγκάλιασε σφιχτά και πόνεσα ράγισε το στήθος μου και η κυλόττα μου βράχηκε τέτοια χαρά σύγκορμη με κατέλαβε έπεσε στα πόδια μου τα αγκάλιασε κι ήταν παγωμένα μου τα θέρμανε έπειτα σηκώθηκε απνευστί πήρε το όπλο άκουσα τα βήματα του σχωρεμένου στις σκάλες ο αέρας μου πάγωσε το πρόσωπο με κοίταξε με λατρεία και βγήκε στο σκοτάδι η κραυγή μου έσκισε τη νύχτα σα χαρτί ξύπνησα κι η στέγη μου έσταζε το τζάκι σβηστό.
Εσύ όλα τα σχωρνάς θεέ μου στα δικά σου φώτα βαδίζω κι είμαι ολομόναχη κι οι δυο μου φύγανε να τον προσέχεις το Τάσο μου γιατί ότι έκανε τόκανε από αγάπη κι έρωτα με την ψυχή του έρωτά του και γω ταχιά θα σηκώσω με το υστέρημά μου καμπαναριό να σε δοξάσω, ελέησον κύριε.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Το δώρο το λένε ηδονή

.

Τον περίμενε στις δώδεκα για καφέ. Είχαν να πούνε πολλά οι δυό τους, για τους φαρμακωμένους χωρισμούς, για την μοναξιά που έμπαινε από τα διαμπερή ανοίγματα του σπιτιού, για τις ωραίες μέρες με φρέσκους λουλουδάτους έρωτες. Η Καίτη χάιδεψε τον Περικλή και τον κατέβασε με ένα απαλό σπρώξιμο από το τραπέζι της κουζίνας.

Εκείνος την κοίταξε απορημένος με τις τεράστιες πράσινες οπές της ψυχής του. Το είχε κατακτήσει με επιμονή, μόχθο και πολλούς αγώνες το δικαίωμα αυτό, να εποπτεύει το σπίτι και τους πιθανούς εισερχόμενους από το τραπέζι της κουζίνας στη στάση της σφίγγας πάνω στο κόκκινο καρρώ τραπεζομάντιλο. Έπιανε το πόστο του και περίμενε λες την αποκάλυψη, ώσπου τον αποσπούσε η εκνευριστική πτήση κάποιου εντόμου. Ο Περικλής το μάτιαζε, σκόπευε κατευθείαν στην καρδιά του και εκείνο με το πρώτο χτύπημα, κατρακυλούσε κάτω από το πλυντήριο και γραπωνότανε (σε μια ύστατη προσπάθεια για να σωθεί) από τον ιστό μιας μικρούλας ξετσίπωτης και υστερόβουλης αράχνης, της Μαρίκας, που τά ΄θελε όλα δικά της και περίμενε υπομονετικά ολόκληρα μερόνυχτα τα θύματά της εξυφαίνοντας τον ιστό της αθόρυβα .

Την γούσταρε την αράχνη του ο Περικλής, ήταν ο ευκαιριακός του σύμμαχος τις κρίσιμες εκείνες στιγμές που εξασφάλιζε το ορεκτικό του και κάποιες φορές και το επιδόρπιο. Αλλά σήμερα τι είχε συμβεί και η μαμά του στέρησε την ηδονή του κυνηγιού, την απόλαυση να ανακαλύψει τον στόχο του, να τον πλησιάσει αθόρυβα, να τον κοιτάξει κατευθείαν στα μάτια, να του παραχωρήσει για λίγο την ελπίδα ότι θα του επιτρέψει να ξεφύγει από το πεδίο της μάχης, την ελευθερία της σωτήριας επιλογής (να πετάξει ψηλά προς την κουρτίνα) και εκείνος εν τω μεταξύ να προσποιηθεί για λίγο τον αδιάφορο και μόλις το θύμα ξεγελασμένο από την παραζάλη της ελευθερίας του προσγειωθεί σαν ελικόπτερο στην πεδιάδα, να του ορμήξει και να το χτυπήσει στο μέτωπο ακριβώς εκεί που σμίγουν τα φρύδια.

Τελευταία το παράκανε ο Περικλής με την πρακτική του καράτε. Πιότερο από το κομμάτιασμα της σάρκας με τα αιχμηρά του δοντάκια, την αργή σύνθλιψή της, το λιώσιμο, το πλατάγιασμα της γλώσσας στον ουρανίσκο, το ηδυπαθές γλείψιμο των χειλιών και το ρέψιμο, τον ενδιέφερε το δυνατό χτύπημα με το δεξί μπροστινό πόδι, στην αρχή βίαιο και μετά πιο απαλό σα χάδι. Προφανώς κάπου τό ΄χε δει αυτό το χτύπημα, που κλιμακώνεται άλλοτε αργά και άλλοτε βίαια, σε μια από αυτές τις μυστικές παρακολουθήσεις που έκανε στο δωμάτιο της μαμάς κρυμμένος κάτω από μια πολυθρόνα ενώ αφουγκραζότανε επί ώρες τον ιδιάζοντα ήχο που έβγαζε κάθε φορά εκείνος ο μεγαλόσωμος αδιευκρινίστου ταυτότητος άντρας από τον έξω κόσμο. Ο Περικλής εκεί ένιωσε για πρώτη φορά κάποια διέγερση ανάμικτη με ζήλια, φόβο και άγχος. Του το χάρισε προς στιγμήν το θανατηφόρο χτύπημα ο Περικλής γιατί ένιωθε πως η μαμά του διασκέδαζε με τις κραυγές αυτού του παράξενου τριχωτού όντος.

Ο Περικλής υπάκουσε στην εντολή της μαμάς, γλίστρησε στο πατάκι, με ένα σάλτο βρέθηκε στο καλάθι με το γαλάζιο μαξιλαράκι του και κούρνιασε, εκεί άλλωστε μια χαρά ήτανε, μπορούσε να εποπτεύει το σαλόνι, τους καναπέδες μέχρι και τις μανταρινιές στο μπαλκόνι. Είχε το χάζι της η αναμονή της θέας κάποιου πτερωτού πίσω από το τζάμι και η φαντασίωση ότι θα κατέληγε κάποια στιγμή στο στομάχι του, αλλά μάλλον το προτιμούσε μαγειρεμένο απ’ τη μαμά, όπως έκανε την Πρωτοχρονιά με την παραγεμισμένη γαλοπούλα. Θα το τσάκιζε με το εκπαιδευμένο του τριχωτό πόδι αφού το έπαιζε για ώρα έξω εκεί στην κρύα έρημο, θα το έπαιζε για ώρα μέχρι να σιτέψει, να μαλακώσει, να χάσει την ακμάδα του, έπειτα θα το έδενε με μια κόκκινη κορδέλα και θα το πρόσφερε έκπληξη στη μαμά να το γεμίσει με κάστανα και να το φάνε οι δυό τους δίπλα στο τζάκι. Ολομόναχοι.

Η Καίτη είχε ετοιμάσει κεικ καρότου και μεσημεριανό μια σούπα από σπανάκι και κάστανα, λίγο μοσχαράκι με πικάντικη σάλτσα από φρούτα. Θα έδινε και στον Περικλή της το πιάτο του, δεν θα τον άφηνε να κλαίει και να τρίβεται στεναχωρημένος στα πόδια της. Η παρηγοριά της, σκέφτηκε. Με όλους αυτούς τους ανισόρροπους εραστές που κυκλοφορούσαν που να βγάλεις άκρη.
Στην αρχή της γνωριμίας τους βροχή από τηλέφωνα, προτάσεις για εξόδους σε γκαλερί, σε κοντσέρτα, σε παρουσιάσεις βιβλίων, δηλαδή σε δημόσιους χώρους με κόσμο, όπου χάνεται το ιδιωτικό, το προσωπικό, και το βλέμμα δεν εστιάζεται στους παντρεμένους εν κρίσει. Και εκείνη ανακάλυπτε σιγά σιγά ότι ο εραστής ήταν παντρεμένος, ότι έψαχνε εναγωνίως για την εκστατική σχέση που θα συμπλήρωνε το μοντέλο του ότι συνέχιζε κρυφά (επίμονα και παθιάρικα) από τη σύζυγο το έργο του στο σπίτι της (το μόνο καταφύγιο για τους παράνομους εραστές που είχαν ένα κάρο υποχρεώσεις, παιδιά και δάνεια).Είχε μπαφιάσει να ακούει τις ίδιες ιστορίες και να υφίσταται τα ίδια σενάρια. Πανομοιότυπα.

Η Καίτη ξεχνούσε τον δικό της ρόλο στο παιγνίδι αυτό. Την δική της υποστήριξη την δική της υστεροβουλία.

«Αγάπη μου» της είπε ο Κώστας τρυφερά ένα βράδυ την πρώτη φορά που συναντήθηκαν στο σπίτι της παίζοντας με τις μπούκλες των μαλλιών της, μετά από ένα μήνα που είχαν εξερευνήσει και εξαντλήσει όλους τους πνευματικούς χώρους όπου παράγεται πολιτισμός (έτσι ισχυριζόταν εκείνος, πολυπράγμων ακαδημαϊκός και ισχυρογνώμων). «Ξέρεις γλυκειά μου, είμαι παντρεμένος. Με την γυναίκα μου κοιμόμαστε χώρια, η κρίση βλέπεις έχει πάρει ολέθριες διαστάσεις για το γάμο μας», και άρχισε να αραδιάζει τις σκηνές του δράματός του με υπερβολή καλλιτέχνη που ποθεί να ανατινάξει τις συμβάσεις, με τρεμάμενη φωνή ηθοποιού που έχει ταυτιστεί με τον ρόλο, έχει χαθεί μέσα σ’ αυτόν, αφήνοντας στην άκρη όλες τις χρυσές στιγμές που περνάει με την σύντροφό του. Και συνέχισε το πρόγραμμά του το οποίο είχε παιχτεί πάμπολλες φορές, ανασυντασσόμενο με τον ίδιο επιτυχή τρόπο και με ακλόνητη αυτοπεποίθηση.

«Ξέρεις γλυκειά μου η σχέση μας είναι μοναδική και ως τέτοια την απολαμβάνω και την μοιράζομαι μαζί σου, αλλά να μην ταράξουμε και τα ύδατα λόγω παιδιών, εξοχικού και δανείου, πρέπει να βρισκόμαστε κρυφά».

Είχε δίκιο ο Περικλής της που εξέφραζε συχνά τις αντιρρήσεις του, άλλωστε διαφωνούσε φιλοσοφικά με τον εν λόγω εραστή, ο πολιτισμός δεν παραγόταν σε λαμπερές βιτρίνες και σε λόγους ακαδημαϊκών. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή που ο ξένος αράδιαζε με θεατρικότητα όλα αυτά τα πικρά και οδυνηρά συμβάντα της ζωής του, όρμηξε και του άρπαξε τον αστράγαλο αφήνοντας για καιρό τα αποτυπώματα στη σάρκα του, σπάζοντας το φλιτζάνι με τον καυτό καφέ πάνω στην κοιλιά του. Ο Περικλής της την ένιωθε, είχε διάκριση στην αλήθεια και στο ψέμα.
Σήμερα τα πράγματα θα κυλούσαν με άλλο τρόπο, δίχως σύνορα αυστηρά, παγιωμένους ρόλους και ψέματα. Ο Νίκος ήταν ελεύθερος από δεσμεύσεις οικογενειακές, ζούσε μονάχος και δεν είχε τίποτα να κρύψει. Και εκείνη τα είχε ετοιμάσει όλα. Τα είχε ετοιμάσει όλα καθώς πρέπει. Πιστή στον δικό της ρόλο.

Ο Περικλής τράβηξε λίγο την κουρτίνα με το πόδι του, κάτι έπιασε το βλέμμα του στο βάθος της βεράντας κάτω από το μεταλλικό τραπέζι, ένα όν με τεράστιες μαύρες φτερούγες σαν Στέλθ, το είχε πρωτοδεί στην τηλεόραση στο πρόγραμμα για τα παιδιά, ένα πρόγραμμα εκπαιδευτικό για τα δεινά του πολέμου, ένα από εκείνα τα πληκτικά απογεύματα που η μαμά έλειπε σε πολιτιστικά δρώμενα της πόλης ατελείωτες ώρες. Ολοκλήρωσε το φαντασιωτικό ταξίδι του στη χώρα των μεγάλων δίποδων και σέρφαρε για λίγο στο διαδίκτυο ψάχνοντας στο λεξικό για την ερμηνεία δυσνόητων λέξεων (εν τω μεταξύ το Στέλθ του μετακινήθηκε για λίγο προς το δενδράκι με τα μανταρίνια, ανασήκωσε το κεφάλι του και με το κίτρινο ράμφος του τσίμπησε κάτι ακαθορίστου ταυτότητος από την γλάστρα).

Ο Περικλής έκλεισε τον υπολογιστή και φαντασιώθηκε την «πρωταρχική σκηνή». Την έκφραση αυτή την είχε ξεσηκώσει από το ψυχαναλυτικό λεξικό των Λαπλάς Ποντάλις, κατά Φρόιντ σήμαινε την εμπειρία να δει ή να φαντασιωθεί αναδρομικά το παιδί τον πατέρα με την μητέρα στο κρεβάτι να παίζουνε ένα παιγνίδι που απέκλειε την συμμετοχή του.
Ο ίδιος δεν θυμάται κάτι παρόμοιο, άλλωστε είχε μόνο μαμά και όχι μπαμπά, αλλά με τη σκέψη και μόνο ότι αυτή η περίφημη «πρωταρχική σκηνή» θα λάβαινε χώρα μπροστά του αναδρομικά του κόπηκε η όρεξη για το γεμιστό Στέλθ με κάστανα. Ο Περικλής την ήθελε καταδική του τη μαμά. Τούτη την επιστημονική ορολογία την χρησιμοποιούσε με τον δικό του τρόπο όταν δημιουργούσε τα σενάριά του.
Η πρωταρχική σκηνή ήταν για τον Περικλή η μεγάλη δική του στιγμή, το δικό του παιγνίδι, όταν αφουγκραζότανε πάνω στο στήθος της μαμάς τους χτύπους της καρδιάς της και αυτό, λαμπερό και εκθαμβωτικό όσο ποτέ εκτίναζε ένα πίδακα από φρέσκο γάλα, που το ρουφούσε κάθε φορά με ασύστολή λαιμαργία. Κι ενώ χανόταν για πολλοστή φορά φαντασιωτικά στην ευδαιμονική του εμπειρία, το Στέλθ άνοιξε τα μεταλλικά του φτερά και χάθηκε πίσω από ένα εκτυφλωτικό φως.

Ο Περικλής χαλάρωσε και χάθηκε στο μεγάλο απέραντο χώρο του ονείρου όπου δεν τον ξεσήκωναν οι προβληματισμοί και οι απορίες για τον πολύπλοκο κόσμο των μεγάλων δίποδων. Στον προσωπικό του γαλαξία μπορούσε να κάνει το ταξίδι του συναρπαστικό, πετώντας σε άγνωστους πλανήτες, σε λαμπερά αστέρια, βλέποντας πανοραμικά τα τοπία των πόλεων και όχι να παραμείνει γειωμένος στα ασπρόμαυρα πλακάκια του διαδρόμου ή στο ξύλινο παρκέ πλάι στα άχαρα πόδια των δίποδων όντων. Προτιμούσε τα ύψη, τα υψηλά ιδεώδη, τις κορυφές των βουνών, όλα τα μπελβεντέρε, τις αρχαίες ακροπόλεις των πόλεων, τα μεσαιωνικά Σατώ. Κάπου κάπου συνερχόταν από το εκστατικό πέταγμά του. Του ανέκοπτε την φόρα ο μύθος του Ίκαρου. Στιγμιαία συνελάμβανε το ασύλληπτο, ότι μπορεί να καεί η να τυφλωθεί από το ηλιακό φως και να χάσει δια παντός την ευδαιμονική εμπειρία στο στήθος της μαμάς. Κάτι έψαχνε στα ύψη του ο Περικλής, κάτι άφατο.

Η Καίτη ξανακοίταξε την ώρα με λίγο άγχος και πριν προλάβει να συρθεί στην αλληλουχία πολύπλοκων αρνητικών συλλογισμών, να μεταλλαχθεί η ίδια στο πρόσημο της άρνησης, χτύπησε το κουδούνι παρατεταμένα. Ήταν ο Νίκος, ξεφυσούσε σαν ατμομηχανή, κάθιδρος κρυβότανε πίσω από μια τεράστια γλάστρα με μοβ κυκλάμινα, το χρώμα του πένθους και της ανάστασης. Προφανώς είχε αργοπορήσει στο ανθοπωλείο.

Χαμογέλασε και τον οδήγησε στο σαλόνι όπου ο Περικλής της μακάριος κοιμότανε πάνω στο μαξιλάρι της πλάτης του μεγάλου αναπαυτικού καναπέ, η θέση της προτίμησής του ( όταν ήταν μόνοι οι δυό τους στο σπίτι). Τώρα, όφειλε να τον ξυπνήσει ή να τον μετακινήσει στο καλάθι με το γαλάζιο μαξιλαράκι. Εκείνος διαμαρτυρήθηκε με ένα παρατεταμένο κλαψιάρικο νιαούρισμα για το απροσδόκητο ξεβόλεμα και με ένα σάλτο χώθηκε πίσω από την κουρτίνα. Εκεί είχε το οπτικό πεδίο ελεύθερο και προς τα μέσα και προς τα έξω, διπλή δράση. Η Καίτη τον ξέχασε για λίγο και ασχολήθηκε με την γλάστρα, την άφησε στο γραφείο και πήρε να σερβίρει με κέφι τους αρωματικούς καφέδες και το πορτοκαλί κεικ καρότου. Όλα έβαιναν καλώς για την Καίτη και τον Νίκο, οι διαθέσεις, η επικοινωνία, το κύριο γεύμα που ακολούθησε με τη σάλτσα φρούτων, οι αφηγήσεις και οι πολιτικοί σχολιασμοί, η ώρα κυλούσε έως τη μεγάλη στιγμή. Όλα τα προεόρτια οδηγούσαν στην επιβεβαίωση του αμοιβαίου πόθου.

Βράδιασε. Ο Περικλής αποκοιμήθηκε πίσω από την κουρτίνα και κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα ξύπνησε από μια παράξενη κραυγή. Όχι, αυτό δεν ήταν το κάλεσμα της μαμάς, ήταν κάτι άλλο, διαφορετικό, πιο πολύ έμοιαζε με κραυγή αγωνίας και πόνου, φωνήματα άτακτα που προσελάμβαναν μορφή και ρυθμό σιγά σιγά. Άνοιξε τους μεγάλους του φακούς στο σκοτάδι και τα είδε όλα.
Ένα όν τριχωτό, τεράστιο είχε ορμήξει πάνω στη μαμά και ρουφούσε το αίμα της, τη χτυπούσε με ένα λάστιχο και της τραβούσε τα μαλλιά ενώ την έσυρε στο πάτωμα και εκείνη ούρλιαζε έντρομη, βογκούσε, πονούσε και ζητούσε απαρεγκλίτως την βοήθειά του. Ο Περικλής είχε διαγράψει εκείνη τη στιγμή την ερμηνεία του Ψυχαναλυτικού λεξικού Λαπλάς Ποντάλις και το μόνο που έβλεπε μέσα στη νύχτα ήταν ο πόνος της μαμάς, τα βασανιστήρια του σαδιστικού τέρατος. Πέρασε αστραπιαία από το στομάχι του ολοζώντανο το συναίσθημα της ζήλιας, ένα τσούξιμο βαθύ, γλίστρησε πιο κάτω στο υπογάστριο σαν διέγερση και έσβησε έξω στην κρύα νύχτα ανάμιχτο με φόβο παράπονο και οργή.
Ποιος διάβολος ήταν αυτός με τα φουντωτά μαλλιά και τα εργαλεία του πόνου που τυραννούσε την μαμά, που έστυβε το ιερό της στήθος, ποιος είχε τρυπώσει εκεί που αυτός ζούσε την ωκεάνιο ένωση (στη κρυψώνα του, στη φωλιά του που εξέπεμπε αιώνες τώρα φως, που ανήκε στο φυλογενετικό παρελθόν του), σε εκείνη τη φωλιά που τον κρατούσε ολοζώντανο και ακμαίο δίχως το κυνήγι των πολύχρωμων φτερωτών του, άλλωστε ακόμη και το κυνήγι για την μαμά το έκανε, γι αυτό συχνά απίθωνε στα πόδια της ως τρόπαιο μάχης τα θύματά του, γι αυτό κρατούσε και την αράχνη την Μαρίκα και δεν την έσβηνε από προσώπου γης, γι αυτό δεν την κοπάνησε από το ναό του όταν μια μέρα που η μαμά ξέχασε ορθάνοιχτη την πόρτα δεν εφόρμησε στη κρύα έρημο με τα Μιράζ, τα Στέλθ και τις μανταρινιές, τα ελικόπτερα και τα άλογα, ολόκληρο το βασίλειο των συναδέλφων του να τον προσκαλούν στην περιπέτεια της ζωής του, στο μεγάλο ρίσκο.

Παρέμεινε πιστός στο περιχαρακωμένο ιερό χώρο, δεν άνοιξε τα δικά του φτερά για χάρη της μαμάς, δεν πέταξε έξω στο άγνωστο με τόλμη, που έκρυβε εκπλήξεις, ηδονές και απρόοπτα. Και τώρα κάποιος αγνώστου ταυτότητος από εκείνο τον απέραντο κόσμο τόλμησε να εισβάλει βιαίως στον γαλαξία τους, στο δικό τους άβατο, και αποπειράθηκε να καταστρέψει τις πλεύσεις του, το αγκυροβόλημά του στον μυχό του λιμανιού της, που ξεχειλίζει από τα όνειρά του.

Ο Περικλής δεν αστειευόταν, έπρεπε να δράσει, πήρε φόρα μέσα στο σκοτάδι και όρμησε στο θύμα του με όλες τις μνήμες της δύναμής του. Αμ’ έπος αμ’ έργον. Παρασυρμένος από το πάθος του εξακόντισε το όπλο του, δάγκωσε την καυτή άμορφη μάζα, έμπηξε τα νύχια του στην σάρκα να βγει το αίμα να την αφαιμάξει από την ζωντάνια της να την στεγνώσει σαν μούμια και να την πετάξει έξω στην κρύα έρημο πολύ μακριά από τις μανταρινιές άλλωστε τόσα χρόνια, αιώνες τώρα, περίμενε με αδημονία αυτή τη στιγμή, τα ακόνιζε τα νύχια του για την επίθεση στην «πρωταρχική σκηνή» που απειλούσε να καταστρέψει την αρμονία των ονείρων του.
Όλο το σύστημα κατέρρευσε, το τέρας πετάχτηκε επάνω ουρλιάζοντας λουσμένο στο αίμα, το δωμάτιο έλαβε άλλες διαστάσεις. Η «πρωταρχική σκηνή» είχε λάβει σάρκα και οστά, δεν έμενε πια εγκλωβισμένη στον φαντασιωτικό του κόσμο. Ο Περικλής έπαιρνε πίσω το αίμα του, άλλωστε πριν δύο χρόνια η μαμά του είχε δωρίσει στα γενέθλιά του με αφιέρωση (στον αγαπημένο μου μονάκριβο υιό για τα επτά χρόνια από τη γέννησή του) το βιβλίο «ο άνθρωπος με τους λύκους».

.